Αρχή

EDITO

Το παρακάτω κείµενο γραµµένο πριν τέσσερα χρόνια, το διάβασα πριν το περιοδικό τυπωθεί, και σκέφτηκα να το βάλω στο editorial αντί να γράψω ο ίδιος. Το κείµενο έχει γραφτεί από τον Νίκο Ξυδάκη το 2013.
«Από την αρχή της ελληνικής κρίσης διακρίναµε την βαθύτατα πολιτική φύση της, τα ηθικά και πνευµατικά αίτια που µας οδήγησαν στο οικονοµικό ρήγµα. Αλλωστε δεν είναι µόνο ελληνική, είναι κρίση αξιακή στον πυρήνα των δηµοκρατικών κρατών της Δύσης, είναι κρίση της δηµοκρατίας και κρίση της πολιτικής, είναι κρίση ανθρωπολογική, στο µέτρο που οι πολίτες-παραγωγοί εξέπεσαν σε υπερχρεωµένους πελάτες και καταναλωτές, χειραγωγούµενοι και τροµοκρατούµενοι.
Στο φόντο πάντα υπέβοσκε η σύγκρουση για την κυριαρχία· η κρίση κατέδειξε τη σύγκρουση και µαζί έδειξε το αποκρουστικό πρόσωπο της ανισότητας: Η διαρκώς µεγεθυνόµενη ανισότητα υπονοµεύει την ελευθερία και τη δηµοκρατία, αλλά και την ιστορική µοίρα της Δύσης.
Η πνευµατική παρακµή είναι φανερή και στο ελληνικό παράδειγµα, τόσο ως αίτιο όσο και ως αποτέλεσµα της συντελούµενης καταστροφής. Οι Ελληνες στον εικοστό αιώνα πέρασαν διά πυρός και σιδήρου: αλλεπάλληλοι πόλεµοι, εµφύλιοι, µαζική προσφυγιά και µαζική µετανάστευση, πτωχεύσεις. Έµειναν όρθιοι παρ’ όλ’ αυτά, επειδή ταυτόχρονα σφυρηλατούσαν ταυτότητα, συνείδηση, γλώσσα, τέχνη, πολιτικές στρατηγικές ― µε έναν λόγο: πολιτισµό. Λαϊκό και λόγιο εν παραλλήλω και εν συνθέσει.
Η αλληλουχία ταπεινώσεων, θριάµβων και καταστροφών έως το ’22 οδήγησε στη µεγάλη σύνθεση της γενιάς του ’30, η οποία επηρέασε βαθιά τις τέχνες και τα γράµµατα στον καιρό της, αλλά κυρίως έδωσε ιδεολογικούς καρπούς στη µεταπολεµική περίοδο, όταν εσίγασαν τα τουφέκια του εµφυλίου. Tότε, µέσα απ’ τις στάχτες, εµπεδώθηκε το λαϊκό τραγούδι, το εκ του ρεµπέτικου καταγόµενο, απενοχοποιηµένο και ενωτικό και τότε η υψηλή τέχνη της γενιάς του ’30 µπήκε στα χείλη των µαζών, ενοποιητικά και ανυψωτικά, παρότι εν περιλήψει. Η άνοιξη του ’60 σηµατοδότησε την εν τω βάθει αναχώνευση των αισθητικών και ιδεολογικών συνθέσεων που είχαν αρχίσει ήδη απ’ τη δεκαετία του ’20, και απ’ αυτή την πλούσια ύλη εξακολούθησε να τρέφεται ο ελληνισµός έως και σχετικά πρόσφατα.
Εως ότου το ήθος του νεόπλουτου και του σκυλάδικου, αυτό που είχε ξεµυτίσει µες στην χουντική επταετία, ανέλαβε αυτό να ενοποιήσει τα µικροαστικά και εργατικά στρώµατα µε την ελίτ του πλούτου. Λίγο πριν µας χτυπήσει η καταστροφή, λαός και κολωνάκια συναγελάζονταν εν κραιπάλη στα ίδια διασκεδαστήρια: ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος συγκεφαλαίωσε τον εξισωτισµό της σκυλοπόπ κραδαίνοντας γαρδένιες και κιλότες, οι δε ιδεολογικοί µηχανισµοί είχαν µετεγκατασταθεί στα γκλόσι περιοδικά και κανάλια. Με αυτή την πνευµατική και αισθητική σκευή, µε αυτή τη βιοθεωρία οικοδοµούσαµε vita activa. Και το απόθεµα της γενιάς του ’30, εν τω µεταξύ, το τολµηρό ζεύγµα λαϊκού και µοντέρνου, εντόπιου και διεθνούς, εξανεµίστηκε και θάφτηκε. Η ελληνική ιδιοπροσωπία εξέπεσε σε χυδαία αυταρέσκεια και πνευµατική οκνηρία, σε ακηδία και απάθεια, σε βαθύ επαρχιωτισµό και εθελοδουλία. Πολύ πριν από την πτώχευση.
Επειδή λεφτά δεν υπάρχουν ούτε θα εµφανιστούν σύντοµα και άφθονα. Επειδή η υλική καταστροφή θα πολλαπλασιάζει τη σύγχυση και την αµάθεια, επειδή η παιδεία γίνεται πιο ταξική και από τα χρόνια του ’50, επειδή κανείς εξωχώριος δεν θα µας σώσει, µόνη ελπίδα είναι ένα σχέδιο πνευµατικής ανασυγκρότησης απολύτως συγχρονισµένο µε την ανάσχεση της ένδειας. Χρειαζόµαστε ιδέες, ταυτότητα, σκελετό, χρειαζόµαστε σύνδεση µε την παράδοση, µια επανερµηνεία που να µπολιάζει το ζοφερό παρόν, χρειαζόµαστε επινόηση του µέλλοντος. Χρειαζόµαστε υπερβάσεις. Ας µην είναι Το Σχέδιο ― µεγάλες κουβέντες. Ας είναι σκέψη και πράξη, διαρκείς, αγωνιώσες. Αρετή και τόλµη.